Άρθρο της Κριστίνα Μακνέα*
Όταν το Δημόσιο αλλάζει, αλλά κανείς δεν εξηγεί γιατί αλλάζει και για ποιον, τότε είναι η ώρα να σταματήσουμε να χειροκροτούμε και να αρχίσουμε να ρωτάμε.
Το νέο Προσοντολόγιο του Δημοσίου μοιάζει να υπόσχεται ευκαιρίες. Ίσως όμως να είναι απλώς η επανάληψη του παλιού πελατειακού μοντέλου σε νέα συσκευασία. Ποιος σχεδίασε αυτές τις ειδικότητες; Για ποια κοινωνία; Για ποιο κράτος;
Η επικείμενη αναμόρφωση του Προσοντολογίου / Κλαδολογίου του Δημοσίου, όπως ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, παρουσιάζεται ως μια σημαντική και «καινοτόμος» τομή. Με τη δημιουργία νέων ειδικοτήτων και τη δυνατότητα διορισμού χιλιάδων αποφοίτων, ανοίγει θεωρητικά μια νέα εποχή στελέχωσης του δημόσιου τομέα. Όμως, η αποσπασματική πληροφόρηση και η απουσία στρατηγικού σχεδίου γεννούν περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντούν.
Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική εξέλιξη η αναγνώριση νέων επιστημονικών κατευθύνσεων. Υπό μία προϋπόθεση όμως. Ότι θα εντάσσονται σε έναν ευρύτερο, δημοκρατικά ορισμένο σχεδιασμό, για το τι Δημόσιο χρειαζόμαστε σήμερα, σε μια χώρα με σοβαρές ανάγκες κοινωνικής πρόνοιας, περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας και τεχνολογικής μετάβασης.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβληματισμού. Ποιο είναι το Δημόσιο που οραματίζεται η Πολιτεία; Ποιος έχει αποφασίσει ποιες ειδικότητες χρειάζονται, σε ποια έκταση, με ποια υποδομή, και πού θα ενταχθούν; Ποιος γνωρίζει τι ρόλους θα επιτελούν; Έχει δημοσιευτεί κάποια μελέτη χαρτογράφησης των πραγματικών αναγκών των δημόσιων υπηρεσιών;
Αν όχι, τότε πρόκειται για μια ακόμη αλλαγή χωρίς θεμέλιο. Κι αν οι ειδικότητες που εισάγονται προέρχονται κυρίως από ιδιωτικά κολέγια, χαμηλής ακαδημαϊκής κατοχύρωσης και υψηλής εμπορικής στόχευσης, τότε η ανησυχία γίνεται ακόμη σοβαρότερη. Το Δημόσιο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα αναγνώρισης ιδιωτικών συμφερόντων εις βάρος της δημόσιας παιδείας. Δεν μπορεί να θεσμοθετείται προκειμένου να «τακτοποιεί» τίτλους και αποφοίτους, χωρίς να έχει καθορίσει το πλαίσιο και τον σκοπό για τον οποίο τους εντάσσει.
Να θυμηθούμε ότι αυτός ήταν ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο στήθηκε το ελληνικό Δημόσιο δεκαετίες πριν, με λογική απορρόφησης και όχι αποστολής, με οδηγό το πολιτικό όφελος και όχι το συλλογικό συμφέρον. Αν η Πολιτεία δεν αξιοποιήσει την εμπειρία της ιστορίας και δεν θέσει το ερώτημα «τι Δημόσιο θέλουμε;» και κατ’ επέκταση «τι κοινωνία θέλουμε;», τότε θα αναπαραχθούν οι ίδιες παθογένειες με νέο περιτύλιγμα.
Η πραγματικότητα είναι ήδη αποθαρρυντική. Πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, λειτουργούν αμυντικά, ή παραμένουν τυπικά ενεργοί χωρίς ουσιαστικό ρόλο. Οι υποδομές υποδοχής, η κουλτούρα συνεργασίας, η συνεχής κατάρτιση και η εσωτερική κινητικότητα είναι ανύπαρκτες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν θέσεις, αλλά αν υπάρχει περιβάλλον στο οποίο μπορεί να ανθίσει η εργασία, η γνώση και η κοινωνική αποστολή.
Μια σοβαρή πολιτεία δεν προσθέτει απλώς ειδικότητες. Προηγουμένως καθορίζει τον στόχο, σχεδιάζει με διαφάνεια, εμπλέκει την κοινωνία, τους φορείς, τις περιφέρειες, και τελικά θεμελιώνει ένα Δημόσιο που στηρίζει την ισότητα, την καινοτομία, τη φροντίδα και τη δημοκρατία. Αν δεν υπάρξει ένα τέτοιο όραμα, το νέο Προσοντολόγιο θα είναι άλλη μία μεταρρύθμιση χωρίς μεταμόρφωση. Ένα σχήμα χωρίς περιεχόμενο.
* Η Κριστίνα-Ηλέκτρα Μακνέα είναι Χημικός Μηχανικός, εκλεγμένη στη Κεντρική Αντιπροσωπεία του ΤΕΕ με τη Συμμαχία για ένα Προοδευτικό ΤΕΕ
