Απόφαση Συμμαχίας για ένα Προοδευτικό ΤΕΕ – Κεντρικής Μακεδονίας
Η πρόσφατη (Μάρτιος 2020) τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων λειτουργίας της τσιμεντοβιομηχανίας ΤΙΤΑΝ Α.Ε. στην Ευκαρπία Θεσσαλονίκης αφορά στην αξιοποίηση του ανακτώμενου στερεού καυσίμου – απορριμματογενούς SRF, ως εναλλακτικό καύσιμο που θα υποκαταστήσει μερικώς το ορυκτής προέλευσης καύσιμο pet coke. Με την αρχική άδεια λειτουργίας τα καύσιμα που προβλέπονται να χρησιμοποιούνται στο εργοστάσιο περιλαμβάνουν στερεά συμβατικά καύσιμα (pet coke, άνθρακας), μαζούτ, αλλά και ορυζοφλοιό, βαμβακόσπορο και γλυκερόλη. Με την τελευταία τροποποίηση της ΑΕΠΟ του 2014 ωστόσο, επιτρέπεται η χρήση εναλλακτικών καυσίμων με ρεύματα που προέρχονται από τη μηχανική κατεργασία άλλων αποβλήτων και περιλαμβάνουν χαρτί και χαρτόνι, πλαστικά και καουτσούκ, ξύλο που δεν περιέχει επικίνδυνες ουσίες, υφαντικές ύλες και άλλα απόβλητα (περιλαμβανομένων μειγμάτων υλικών) από μηχανική κατεργασία αποβλήτων (π.χ. ΚΔΑΥ), που δεν περιέχουν επικίνδυνες ουσίες και απόβλητα προερχόμενα από την ανακύκλωση οχημάτων στο τέλος κύκλου ζωής όπως πλαστικά, απόβλητα από την επεξεργασία μη μεταλλικού υπολείμματος που προκύπτει από τον τεμαχισμό (SHREDDER) αποβλήτων που περιέχουν μέταλλα
Η συναποτέφρωση εναλλακτικών καυσίμων στην τσιμεντοβιομηχανία, αποτελεί μια πρακτική που εφαρμόζεται εδώ και αρκετά χρόνια σε μονάδες παραγωγής τσιμέντου στις χώρες της ΕΕ ως ένα μέτρο για τη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα από τις εγκαταστάσεις αυτές. Επιπλέον, σε χώρες όπως η Νορβηγία, η Γερμανία, η Ελβετία, και η Ιαπωνία οι τσιμεντοκλίβανοι παίζουν βασικό ρόλο στην διαχείριση δευτερογενών αποβλήτων με την ενεργειακή τους αξιοποίηση. Στην Ελλάδα, εναλλακτικά καύσιμα (RDF) χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση της Lafarge στο Βόλο από το 2017.
Ωστόσο, από την εφαρμογή τέτοιων πρακτικών προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν και κυρίως σχετικά με την επίδραση στην υγεία των κατοίκων λόγω και της γειτνίασης των μονάδων αυτών με κατοικημένες περιοχές. Τα σημαντικότερα προβλήματα που ανακύπτουν σχετίζονται με τις εκπομπές των αέριων ρύπων και ιδιαίτερα των πλέον τοξικών όπως οι διοξίνες και τα φουράνια και αφορούν τόσο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πρώτης ύλης (εναλλακτικό καύσιμο) όσο και στις συνθήκες λειτουργίας και στο σύστημα αντιρρύπανσης. Μετρήσεις που έχουν γίνει στα απαέρια μονάδων που χρησιμοποιούν εναλλακτικά καύσιμα γενικά, δείχνουν εκπομπές τοξικών ρύπων που είναι χαμηλότερες από αυτές που παρατηρούνται κατά την καύση συμβατικών καυσίμων, μολονότι η ποιότητα των εναλλακτικών καυσίμων παίζει σημαντικό ρόλο στις τελικές εκπομπές. Από την άλλη μεριά, ιδιαίτερες προσπάθειες απαιτούνται για τον έλεγχο και καταγραφή των εκπομπών προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση στις προδιαγραφές όχι μόνο κατά τη διάρκεια των μετρήσεων αλλά σε συνεχή βάση, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνονται τυχόν υψηλές συγκεντρώσεις λόγω αστοχίας εξοπλισμού, εκκινήσεων της μονάδας ή και εισερχόμενων πρώτων υλών με μειωμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Οι πρακτικές που εφαρμόζονται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων περιλαμβάνουν τον αυστηρό έλεγχο των χαρακτηριστικών που παρουσιάζουν τα εναλλακτικά καύσιμα, με έμφαση στην περιεκτικότητα σε χλώριο και εγκατάσταση συστήματος καταγραφής των ρύπων, που αποσκοπεί αφενός σε συνεχή καταγραφή των συμβατικών ρύπων (οξείδια θείου, αζώτου, αιωρούμενα κλπ) και αφετέρου σε συνεχή δειγματοληψία τοξικών ρύπων για την μέτρησή τους σε εκτεταμένα χρονικά διαστήματα.
Αναφορικά με την εγκατάσταση της τσιμεντοβιομηχανίας ΤΙΤΑΝ στη Θεσσαλονίκη, είναι γεγονός ότι η λειτουργία της επιβαρύνει ακόμα περισσότερο το ήδη επιβαρυμένη περιβάλλον. Επιπλέον, η διαδικασία που εφαρμόστηκε για την τροποποίηση της περιβαλλοντικής άδειας μεθοδεύτηκε από το ΥΠΕΝ προκειμένου να εκδοθεί η άδεια εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, χωρίς να ενημερωθούν οι κάτοικοι των κοντινών περιοχών και να γίνει διαβούλευση των συλλογικών οργάνων και φορέων, εν μέσω των έκτακτων συνθηκών της πανδημίας.
Θεωρούμε ότι η μετεγκατάσταση της μονάδας σε άλλη τοποθεσία αποτελεί μονόδρομο για να εξασφαλιστούν αποδεκτές συνθήκες διαβίωσης ιδιαίτερα στους γειτονικούς δήμους. Η περιβαλλοντική επιβάρυνση στις περιοχές αυτές έχει αγνοηθεί διαχρονικά αφού κανένας από τους εμπλεκόμενους φορείς της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης αλλά και της Πολιτείας δεν έλαβαν υπόψη τους τα προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και τις επιπτώσεις τους στην υγεία με την έγκριση επεκτάσεων στα πολεοδομικά σχέδια.
Για το λόγο αυτό, η παράταξη ζητά:
- Τη δημιουργία και υλοποίηση ενός σχεδίου με σαφές χρονοδιάγραμμα για τη μετεγκατάσταση της μονάδας παραγωγής τσιμέντου σε τοποθεσία που δε θα δημιουργεί περιβαλλοντικά και προβλήματα υγείας.
- Την ανάκληση οποιασδήποτε αδειοδότησης, για τη χρήση δευτερογενών καυσίμων στη μονάδα και την εκκίνηση των διαδικασιών διαβούλευσης με τους φορείς αλλά και με τους κατοίκους για την διαμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας της μονάδας και των χρησιμοποιούμενων από αυτήν καυσίμων, στη διάρκεια της προετοιμασίας της μετεγκατάστασης.
- Η συζήτηση για χρήση εναλλακτικών καυσίμων θα πρέπει να συμβαδίζει με αντίστοιχο σχέδιο για την ανάπτυξη της ανακύκλωσης και της διαλογής στην πηγή, με σύγχρονα συστήματα διαχείρισής τους έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η παραγωγή δευτερογενών καυσίμων με σταθερή και υψηλή ποιότητα, που θα ελέγχεται συστηματικά.
- Την συνέχιση της λειτουργίας της πλατφόρμας για τη συνεχή καταγραφή των ρύπων και με την επιπλέον εγκατάσταση συστημάτων για τη συνεχή δειγματοληψία τοξικών ρύπων, που θα καλύπτει όλο το έτος, με εποπτεία από επιτροπή κοινής αποδοχής και με ελεύθερη πρόσβαση των συλλεγόμενων δεδομένων και την υλοποίηση επιδημιολογικής μελέτης.