Σήμερα δημοσιεύουμε τη σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών , η οποία αποσιωπήθηκε τόσο από τα Μέσα όσο και από το «Ενημερωτικό» Δελτίο του ΤΕΕ, τεχνηέντως απ’ ότι φαίνεται.
Τον έντονο προβληματισμό τους εκφράζουν οι Πολεοδόμοι για τη διαδικασία υλοποίησης, την τεκμηρίωση και την αποτελεσματικότητα του Μεγάλου Περίπατου.
Χαρακτηριστικά ο Σύλλογος αναφέρει ότι «το έργο «Μεγάλος Περίπατος» θα πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο αναγκών και προτεραιοτήτων της πόλης, όπως αυτές προκύπτουν τόσο από τη σύγχρονη πραγματικότητα της, από τις υφιστάμενες και ισχύουσες μελέτες (ΡΣΑ, ΓΠΣ, ΣΟΑΠ, ΣΒΑΚ κ.α.), από αιτήματα κατοίκων και φορέων, αλλά και τις επιταγές του πολεοδομικού σχεδιασμού, των διεθνών οργανισμών και της Ευρώπης. Εντύπωση προκαλεί πραγματικά το γεγονός ότι τόσο στην ΚΥΑ, αλλά και στην ίδια την απόφαση του Δήμου της Αθήνας, υπάρχει μόνον μία αόριστη αναφορά στις προηγούμενες πολεοδομικές προτάσεις.»
Συνεχίζει με την κομβική διαπίστωση ότι «σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, τις κατευθύνσεις των διεθνών οργανισμών και την ευρωπαϊκή αστική πολιτική, οι κυκλοφοριακές μελέτες πρέπει να εντάσσονται και να ακολουθούν έναν ολοκληρωμένο χωρικό σχεδιασμό. Δεν είναι λοιπόν αντιληπτό πώς τα ειδικά προβλήματα της Αθήνας μπορούν να λυθούν με έναν σχεδιασμό fast track, ενδεχομένως μη απαιτούμενης σε κάθε περίπτωση «μελετοκατασκευής», σύμφωνα με την ΚΥΑ της 21ης Μαΐου, αλλά και την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για τον «προσωρινό χαρακτήρα», που αποτυπώνεται στα σκαριφήματα που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Είναι δυνατόν να πραγματοποιείται μια παρέμβαση αυτού του χαρακτήρα και αυτής της κλίμακας χωρίς πλήρη και εκ των προτέρων συστηματική διερεύνηση?»
Ο Σύλλογος καταληγεί στην πρόταση ότι «μετά τα όσα έχουν ακουστεί και δει το φως της δημοσιότητας, θα ήταν πολύ χρήσιμο να γίνει ένας ανοικτός δημόσιος διάλογος με τη συμμετοχή του Δήμου, του αρμόδιου υπουργείου ΥΠΕΝ, των επιστημονικών φορέων σχεδιασμού, της μελετητικής ομάδας, των ΜΚΟ της Αθήνας, των ΜΜΕ και όποιου άλλου σχετικού φορέα, ώστε να συζητηθούν με απόλυτη διαφάνεια τα διαδικαστικά, οικονομικά, επιστημονικά, τεχνικά θέματα που προέκυψαν και να δοθούν απαντήσεις από τους υπεύθυνους της ρύθμισης αυτής.»