Tο εφεύρημα του «περιβαλλοντικού ισοζυγίου» για να καλυφθεί ο εισπρακτικός χαρακτήρας της τακτοποίησης κάθε είδους αυθαιρεσιών και παρανομιών καταρρέει με πάταγο μετά την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ 3341/2013.
Το δικαστήριο, υπερασπιζόμενο τη νομοθεσία η οποία εκδόθηκε σε εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών, αλλά και εκφράζοντας τον ορθό λόγο και την κοινή λογική, αποδομεί πλήρως την επιχείριση οικονομικής εκμετάλλευσης της αυθαιρεσίας με πρωταγωνιστή το ΥΠΕΚΑ, καθ’ ύλην αρμόδιο για την τήρηση των κανόνων του σχεδιασμού και την προστασία φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος…
Στην απόφασή του, η οποία δημοσιεύτηκε στις 27 Σεπτεμβρίου, αποφαίνεται ότι το άρθρο 24 του Ν. 4014/11 είναι αντισυνταγματικό (άρθρο 24) διότι ανατρέπει τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Επιπρόσθετα οι ρυθμίσεις του επιφέρουν δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες οι οποίες δεν ανατρέπονται από την καταβολή του ειδικού προστίμου, το οποίο εξυπηρετεί αποκλειστικά εισπρακτικούς σκοπούς. Έτσι ακυρώνονται οι δύο Υπουργικές Αποφάσεις που καθόριζαν τις λεπτομερείς διαδικασίες υπαγωγής στη ρύθμιση και καταβολής του ειδικού προστίμου. Στην κυριολεξία παρά τρίχα η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έκρινε τριπλά αντισυνταγματική την τακτοποίηση (αντίθεση στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και της ισότητας). Δεκατέσσερις δικαστές τάχθηκαν υπέρ της τριπλής αντισυνταγματικότητας επί συνόλου 30.
Στο σκεπτικό του, το δικαστήριο επαναδιατυπώνει την πάγια νομολογία του από το 1980 και εντεύθεν, της οποίας ο σταθερός καμβάς είναι ότι μετά την 31.1.1983 για τα νέα αυθαίρετα αποτελεί κανόνα η κατεδάφιση, και εισάγει νέα σημαντικά στοιχεία που προδιαγράφουν την αντισυνταγματικότητα του νέου Ν. 4178/2003 (ψηφίστηκε αυγουστιάτικα και εφαρμόζεται από τις 2 Σεπτεμβρίου με φιλοσοφία – καρμπόν του αρχικού νόμου).
Δυσμενείς επιπτώσεις
Ειδικότερα, το ΣτΕ αποφαίνεται πως η αναστολή επιβολής κυρώσεων σε αυθαίρετες κατασκευές γίνεται μόνον με την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του ειδικού προστίμου «χωρίς την ειδική για κάθε αυθαίρετο κρίση αρμόδιου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτηριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και από τις επιπτώσεις της στον χώρο που την περιβάλλει, τη συνολική επιβάρυνση της περιοχής».
Η αναστολή της κατεδάφισης δημιουργεί δυσμενείς συνέπειες στο περιβάλλον των περιοχών όπου βρίσκονται οι αυθαίρετες κατασκευές, αφού δεν εκτιμώνται οι συνέπειες στην εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού, στους όρους διαβίωσης και στην ποιότητα ζωής σε αυτές «παρά το ότι ο ορθολογικός σχεδιασμός, με βάση χωροταξικά και πολεοδομικά κριτήρια αναγόμενα στη φυσιογνωμία και στις ανάγκες κάθε περιοχής, η εξασφάλιση της λειτουργικότητας των οικισμών και γενικότερα η προστασία του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος αποτελεί συνταγματική επιταγή για όλους τους οικισμούς και περιοχές της χώρας».
Πράσινα άλογα το περιβαλλοντικό
Το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι οι δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες από την εκτεταμένη ρύθμιση αυθαιρέτων σε καμιά περίπτωση δεν θεραπεύονται από την καταβολή του ειδικού προστίμου που κατευθύνεται στο Πράσινο Ταμείο «για τη λήψη μέτρων που αποβλέπουν στη διασφάλιση του περιβαλλοντικού ισοζυγίου, όπως η εξισορρόπηση του ελλείμματος γης, η αύξηση των κοινόχρηστων χώρων και ο καθορισμός ‘ζωνών πολεοδομικής εξισορρόπησης κατά την αναθεώρηση των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων ή ΣΧΟΟΑΠ'».
Και αυτό για τον εξής απλό λόγο: Η αναστολή των κυρώσεων σε αυθαίρετες κατασκευές και παράνομες χρήσεις επέρχεται χωρίς καμία εκτίμηση των συνεπειών από τη διατήρηση της αυθαίρετης κατασκευής ούτε συνδέεται με συγκεκριμένα μέτρα που λαμβάνονται ή με δράσεις που αναλαμβάνονται με χρηματοδότηση από το Πράσινο Ταμείο. Δεν παραλείπει να αναφερθεί και στο διπλό ριφιφί των πόρων του Ταμείου (με το Ν. 4024/2011 τα ετήσια διαθέσιμά του μειώθηκαν στο 5% και με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου το ποσοστό έφτασε στο 2,5%, Ν. 4111/2013).
Εισπρακτικοί μόνον οι λόγοι
Επιπλέον αποδέχεται ότι οι σκοποί της τακτοποίησης είναι εισπρακτικοί και «δεν θα ήταν δυνατόν να θεμελιώσουν λόγο δημοσίου συμφέροντος, που θα δικαιολογούσε τη θέσπιση ρυθμίσεων με ευρύτατες συνέπειες εις βάρος του περιβάλλοντος, όπως οι ρυθμίσεις των επίμαχων διατάξεων». Για του λόγου το αληθές παραπέμπει στον νόμο του πρώτου Μνημονίου (Παράρτημα ΙΙΙ «Ελλάδα – Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» του Ν. 3845/2010 Α’ 65), στον οποίο προβλέπονταν για το έτος 2011 έσοδα ύψους 800.000.000 ευρώ από τη φορολόγηση των αυθαιρέτων κτισμάτων, αλλά και στα στοιχεία του ΤΕΕ, το οποίο λειτουργεί ως δεκανίκι του ΥΠΕΚΑ από το 2011 αφού έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει ηλεκτρονικά τη διαδικασία υπαγωγής-περαίωσης.
Όπως αναφέρεται, σύμφωνα με την 41871/12.12.2012 βεβαίωση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, μέχρι 9.12.2012 είχαν υποβληθεί 459.903 δηλώσεις αυθαιρέτων, με βάση τις διατάξεις του Ν. 4014/2011, και μέχρι 6.12.2012 είχαν πραγματοποιηθεί πληρωμές που αντιστοιχούσαν σε καταβολή παραβόλου και ειδικού προστίμου που ανέρχονταν συνολικά σε 713.552.889,15 ευρώ.
Στο γενικό σχόλιο επί της αντισυνταγματικότητας της ρύθμισης επισημαίνεται: «Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 24 του Ν. 4014/2011, ανεξαρτήτως αν αναφέρονται σε αναστολή επιβολής των κυρώσεων που προβλέπονται από τις παγίως ισχύουσες γενικές διατάξεις για την αυθαίρετη δόμηση και όχι σε νομιμοποίηση ή σε εξαίρεση από την κατεδάφιση, επιτρέπεται κατ’ ουσίαν η επί μακρόν διατήρηση κατασκευών και χρήσεων που παραβιάζουν τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, η αναστολή δε αυτή έχει εφαρμογή και σε κατασκευές μεταγενέστερες του Ν. 1337/1983, με τον οποίο αναμορφώθηκε το σύστημα πολεοδομικού σχεδιασμού σε εκτέλεση της επιταγής του άρθρου 24 του Συντάγματος, και στο πλαίσιο του εισαγόμενου νέου αυτού συστήματος θεσπίστηκε η διάκριση των αυθαίρετων κατασκευών σε παλαιές και νέες και επιτρεπτώς χορηγήθηκε η δυνατότητα εξαίρεσης από την κατεδάφιση των παλαιών, με τις οριζόμενες στις σχετικές διατάξεις προϋποθέσεις, σε αντίθεση προς τις νέες, για τις οποίες επέβαλε την κατεδάφιση, ώστε να αποτραπεί η συνέχιση της νόθευσης και ανατροπής του πολεοδομικού σχεδιασμού υπό το καθεστώς της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως και των εκτελεστικών της νόμων».
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ισχύων νόμος (άρθρο 9) με τον παραπλανητικό τίτλο «Αντιμετώπιση αυθαίρετης δόμησης – περιβαλλοντικό ισοζύγιο» χωρίζει τα αυθαίρετα σε πέντε κατηγορίες. Στην πρώτη εντάσσονται τα αυθαίρετα κατοικίας προ του 1975, τα οποία εξαιρεί από την κατεδάφιση. Στη δεύτερη όσα υφίστανται προ της 1.1.1983, που και αυτά εξαιρούνται, όπως και της τρίτης κατηγορίας «αυθαίρετες μικρές παραβάσεις» με δυνατότητα ρύθμισης στο διηνεκές.
Αναστολή κυρώσεων επί 30 χρόνια προβλέπει για τα αυθαίρετα που παραβιάζουν σε ποσοστό έως 40% τα πολεοδομικά μεγέθη κάλυψης και δόμησης και το 20% του ύψους που προβλέπονται από την οικοδομική άδεια και εξαίρεση από την κατεδάφιση «οριστικά μετά τη συμπλήρωση της ταυτότητας κτηρίου.
Αναστολή για το ίδιο χρονικό διάστημα ισχύει για την πέμπτη κατηγορία που περιλαμβάνει τα αυθαίρετα εκτός σχεδίου, χωρίς οικοδομική άδεια κ.λπ. και εξαίρεση από την κατεδάφιση αν ενταχθούν στο Σχέδιο Πόλης ή αγοράσουν συντελεστή δόμησης…
Κουρέλι το κράτος δικαίου, χαμένοι οι νομοταγείς πολίτες
Προεχόντως, στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παράγραφος 1) και της ισότητας (άρθρο 4 παράγραφος 1) προσκρούουν οι διατάξεις για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων, πέραν της αντίθεσής τους στο άρθρο 24 του Συντάγματος, υπογράμμισαν 14 δικαστές.
Αναλυτικότερα «αντιβαίνουν στη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, θεμελιώδης επιδίωξη της οποίας είναι η πραγμάτωση του Δικαίου στην Πολιτεία, που πρωτίστως επιτυγχάνεται με τη διαφύλαξη του κύρους του νόμου. Η επιδίωξη αυτή επιτελείται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση πάγιων διατάξεων που ρυθμίζουν την ατομική και κοινωνική δραστηριότητα των πολιτών, οι οποίοι βάσει των κανόνων αυτών και μέσα στο πλαίσιο των ρυθμίσεών τους ασκούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους και μετέχουν της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας.
Στη δε συνταγματική αρχή της ισότητας αντιβαίνουν διότι θέτουν σε μειονεκτική μοίρα, έναντι εκείνων των οποίων οι ανεγερθείσες ή διαρρυθμισθείσες οικοδομές είναι αυθαίρετες λόγω παραβιάσεων των ισχυόντων όρων δομήσεως και χρήσεων γης, αλλά εν τούτοις εξαιρούνται από την κατεδάφιση, τους νομοταγείς πολίτες που έχουν ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή και οι οποίοι, μολονότι ενήργησαν κατά την ανέγερση ή διαρρύθμιση της οικοδομής τους μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων τις οποίες παρείχαν οι νόμοι, θα υφίστανται του λοιπού εις το διηνεκές τις δυσμενείς πολεοδομικές συνέπειες των αυθαίρετων κατασκευών των γειτόνων τους, οι οποίες, αν και επιβαρύνουν τους όρους διαβιώσεως, διαφεύγουν την κατεδάφισή τους (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3921/2010, 3500/2009)».
Τα παραπάνω ήταν κατά την απόφαση «η ειδικότερη γνώμη» των συμβούλων Χ. Ράμμου, Μ. Καραμανώφ, Κ. Σακελλαροπούλου (εισηγήτρια), Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκα, Σπ. Μαρκάτη, Φ. Ντζίμα, Β. Καλαντζή, Μ. Παπαδοπούλου, Θ. Αραβάνη, Α. Χλαμπέα, Τ. Κόμβου και των παρέδρων Ο. Παπαδοπούλου και Ι. Σύμπλη.
